skip to Main Content

Καλώς Ήρθατε

στην ιστοσελίδα του Φαζάκη Γεώργιου Ορθοπαδικός Χειρουργός – Βελονιστής – Οζονοθεραπευτής.

Επικοινωνία

Τηλέφωνο: +30 28210 27494
Κινητό: +30 6977633131
Διεύθυνση: Χιωτάκη, 7 Χανιά

Τα οστά που σχηματίζουν το σκελετικό μας σύστημα είναι τόσο ισχυρά ώστε να μας εξασφαλίζουν στήριξη , βάδιση και άλλες λειτουργίες χωρίς να φοβούμαστε μήπως σπάσουν.

Παρ΄όλα αυτά όμως , κάτω από τραυματικές συνήθως συνθήκες τα οστά σπάνε και παθαίνουν αυτό που λέμε κάταγμα. Για να γίνει αυτό βέβαια, χρειάζεται συνήθως μεγάλη ενέργεια και συμβαίνει έπειτα από τροχαία ατυχήματα , από πτώσεις , από ξυλοδαρμούς και από άμεση πλήξη  ( χτύπημα με αντικείμενο). Σπανιότερα δε, συμβαίνει αυτόματα δηλαδή έπειτα από πολύ μικρή κάκωση και πάντα υποκρύπτει μεταβολική ή ογκολογική οντότητα.

Τα κατάγματα μπορεί να είναι ρωγμώδη ( ράγισμα ) ή τέλεια κατάγματα , δηλαδή με πολλά τεμάχια και με παρεκτόπιση δηλαδή απομακρυσμένα τεμάχια το ένα σε σχέση με το άλλο.

Πάντα παρουσιάζουν ισχυρό πόνο και αίσθημα καψίματος , παραμόρφωση στην περιοχή , οίδημα , θερμότητα και δυσλειτουργία. Ο ασθενής κρατά ακίνητο το μέλος του διότι η παραμικρή κίνηση του προκαλεί πόνο.

Η διάγνωση του κατάγματος από τον έμπειρο ορθοπαιδικό είναι σχετικά εύκολη αλλά πάντα πρέπει να γίνεται ακτινογραφικός έλεγχος για επιβεβαίωση και ταξινόμηση.

Έτσι, οι σωστές ακτινογραφικές λήψεις θα καθορίσουν τη θεραπεία , δηλαδή εαν θα είναι συντηρητική ( νάρθηκες , γύψος , ακινητοποίηση ) ή χειρουργική.

Τον ακτινογραφικό έλεγχο ακολουθεί η ταξινόμηση του κατάγματος. Τα κριτήρια που θα καθορίσουν την απόφαση για χειρουργείο ή όχι είναι πολλά :

  • ηλικία
  • παρεκτόπιση του κατάγματος
  • αριθμός καταγματικών τεμαχίων
  • απαιτήσεις καθημερινότητας
  • συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας

Όταν λέμε παρεκτόπιση του κατάγματος, η οποία είναι μια πολύ σημαντική παράμετρος στη λήψη απόφασης αλλά και στη χειρουργική τεχνική , εννοούμε την απόσταση που έχουν τα καταγματικά τεμάχια μεταξύ τους αλλά και την απόκλιση από την φυσιολογική ανατομική των οστών.

Η πρώτη κίνηση που θα πρέπει να γίνει σε έναν καταγματία είναι η ακινητοποίηση του μέλους ( άνω ή κάτω άκρο ) ή του σώματος σε υποψία κατάγματος σπονδύλου ή λεκάνης και η ασφαλής μεταφορά του σε ορθοπαιδική κλινική για επιπλέον έλεγχο.

Τα κατάγματα που πληρούν τα κριτήρια της συντηρητικής αντιμετώπισης αντιμετωπίζονται με εξωτερικά βοηθήματα ( αναρτήσεις, γύψινοι νάρθηκες κηδεμόνες , κρεβάτι ) ενώ αυτά που πληρούν τα κριτήρια της χειρουργικής θα πρέπει να εισάγονται και να προγραμματίζονται για χειρουργείο.

Η άμεση αντιμετώπιση του κατάγματος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο , απαλάσσει τον ασθενή από τους αρχικούς πόνους και αποτρέπει τις επιπλοκές που ελλοχεύουν από τις πρώτες κιόλας ώρες.

Η πώρωση των καταγμάτων , είναι μια χρονοβόρος διαδικασία και θα πρέπει να υπάρχει στενή συνεργασία του ιατρού με τον ασθενή αλλά και υπομονή και από τις δυο πλευρές.

Άνω Άκρο

Στην ορθοπαιδική παθολογία , με τον όρο άνω άκρο , εννοούμε ανατομικά την περιοχή από τον ώμο έως τα δάκτυλα της άκρας χείρας και πιο συγκεκριμένα περιλαμβάνει την άρθρωση του ώμου με τους περιβάλοντες τένοντες , το βραχιόνιο οστούν με το μυϊκό του σύστημα, την άρθρωση του αγκώνα , το αντιβράχιο , την περιοχή του καρπού και τέλος τα δάκτυλα.
Η παθολογία του άνω άκρου περιλαμβάνει πολυάριθμες καταστάσεις , τόσο οξείες όσο και χρονίες.
Οξείες καταστάσεις είναι μια αιφνίδια φλεγμονή ή ένα κάταγμα ενώ χρονίες είναι εκφυλιστικές παθήσεις ( φθορά ) όπως οι τενοντοπάθειες και οι αρθρίτιδα.

ΚΑΤΑΓΜΑ ΥΠΟΚΕΦΑΛΙΚΟ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ

Όταν μιλάμε για ένα υποκεφαλικό κάταγμα βραχιονίου, αναφερόμαστε στην περιοχή του ώμου και συγκεκριμένα στην κεφαλή του βραχιονίου που αρθρώνεται με τον ώμο δηλαδή την ωμογλήνη.

Η περιοχή του ώμου παρουσιάζει μεγάλη κάλυψη από μύες που σταθεροποιoύν ισχυρά την κεφαλή στην ωμογλήνη. Στην περιοχή της μασχάλης περνούν νεύρα και αγγεία που οδηγούνται στο άνω άκρο για νεύρωση και αιμάτωση.

Το κάταγμα που λαμβάνει χώρα σε αυτήν την περιοχή γίνεται σχεδόν πάντα έπειτα από πτώση από το ύψος του ασθενούς ( εξ’ ιδίου ύψους ) και μετά από ακτινογραφικό έλεγχο ταξινομείται , ανάλογα με τα τεμάχια και την παρεκτόπισή του.

Έτσι, ο αριθμός των τεμαχίων (δύο, τριών ή τεσσάρων ) αλλά και η παρεκτόπιση τους , δηλαδή το πόσο απομακρυσμένα είναι το ένα από το άλλο , θα καθορίσουν όχι μόνο τη θεραπεία ( συντηρητική ή χειρουργική ) αλλά και την έκβασή του ( πρόγνωση ) δηλαδή καλή ή κακή.

Η κλινική εικόνα του κατάγματος είναι : έντονο άλγος , οίδημα , αιμάτωμα , μώλωπες , αδυναμία κινήσεων λόγω πόνου , συγκεκριμένα ο ασθενής υποβαστάζει το καταγματικό του μέλος με το υγιές του άκρο.

Έπειτα από τον ακτινογραφικό έλεγχο σειρά έχει η θεραπεία που συνήθως είναι συντηρητική , δηλαδή με κρέμασμα του άνω άκρου σε ανάρτηση ( φάκελο ).

Σε κατάγματα που παρουσιάζουν παρεκτόπιση μεγαλύτερη των αποδεκτών ανατομικών ορίων , γίνεται χειρουργική προσέγγιση με τη λεγόμενη εσωτερική οστεοσύνθεση η οποία περιλαμβάνει σύρματα, διαδερμικές βελόνες, πλάκες και βίδες. Σε μεγάλη συντριβή , δηλαδή σε κάταγμα τεσσάρων τεμαχίων όπου η βιωσιμότητα της κεφαλής είναι σε κίνδυνο για νέκρωση , γίνεται άλλη επέμβαση που λέγεται αρθροπλαστική δηλαδή αντικατάσταση της συντετριμένης κεφαλής με νέα μεταλλική.

Θα πρέπει να πούμε ότι η επιλογή της θεραπείας είναι πολυπαραγοντική, δηλαδή θα πρέπει ο ιατρός να λάβει πολλά πράγματα υπ’ όψιν του όπως την ηλικία του ασθενούς, το μέλος που επικρατεί ( δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας ) , τις ανάγκες της καθημερινότητας , τα συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας.

Τα αποτελέσματα είναι κατά κανόνα θετικά , είτε με τη συντηρητική είτε με τη χειρουργική αντιμετώπιση. Παράλληλα με την πώρωση του κατάγματος και με αισιόδοξα ακτινογραφικά ευρήματα ακολουθείται κινησιολογικό πρόγραμμα του καταγματικού άνω άκρου έτσι ώστε να αποφευχθεί η δυσκαμψία που σχεδόν πάντα ακολουθεί ένα κάταγμα.

Μετά  από μερικές εβδομάδες το κάταγμα θεωρείται πωρωθέν ( κολλημένο ) και μετά από μερικούς μήνες , ανακτά την αρχική του λειτουργικότητα.

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΙΑΦΥΣΗΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ

Τα κατάγματα διάφυσης βραχιονίου αφορούν την περιοχή μεταξύ κεφαλής και αγκώνα. Ταξινομούνται όπως και τα υπόλοιπα αυλοειδή οστά σε εγκάρσια, σπειροειδή , συντριπτικά.

Συμβαίνουν συνήθως έπειτα από πτώση και η κλινική τους εικόνα είναι η αδυναμία κίνησης του μέλους σε οποιοδήποτε πλάνο , οίδημα, αιμάτωμα και έντονο άλγος. Ο ασθενής υποστηρίζει το καταγματικό του μέλος με το υγιές .

Πάντα θα πρέπει να γίνεται κλινική εξέταση πρός αποκλεισμό νευραγγειακής βλάβης αλλά και ακτινογραφικός έλεγχος. Η ακτινογραφία θα μας καθορίσει τον χαρακτήρα του κατάγματος και κατά συνέπεια τη θεραπεία του.

Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική , δηλαδή με τοποθέτηση ειδικού νάρθηκα ή χειρουργική. Υπάρχουν πολλά κριτήρια για τη λήψη της απόφασης του χειρουργείου και θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν  πολλές παράμετροι όπως η ηλικία, η δραστηριότητα , ο τύπος του κατάγματος.

Το χειρουργείο εξασφαλίζει τη σίγουρη σταθεροποίηση του κατάγματος με υλικά οστεοσύνθεσης ( πλάκες , βίδες και ήλοι ) και την άμεση κινητοποίηση του μέλους.

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΑΝΤΙΒΡΑΧΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΡΠΟΥ

Τα  κατάγματα του αντιβραχίου ( πήχυς ) αφορούν την κερκίδα και την ωλένη. Μπορεί να συμβούν μεμονομένα ή και ταυτόχρονα στα δύο οστά.

Σπάνια αντιμετωπίζονται συντηρητικά , δηλαδή με γύψο και έτσι σχεδόν πάντα οι ασθενείς οδηγούνται στο χειρουργείο. Χρησιμοποιούνται υλικά οστεοσύνθεσης με πλάκα και κοχλίες και έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα του κατάγματος και η πώρωση αυτού.

Τα κατάγματα περιοχής καρπού ή κάτω πέρατος κερκίδας είναι αρκετά συχνά. Συμβαίνουν κυρίως σε ηλικιωμένους λόγω οστεοπόρωσης και έπειτα από πτώση εξ΄ιδίου ύψους. Είναι κατάγματα ενδο ή εξω-αρθρικά.  Στην πλειοψηφία τους είναι μακριά από την άρθρωση και αναφορικά με την κλινική τους εικόνα  ο ασθενής παραπονείται για έντονο άλγος , αδυναμία κίνησης του χεριού, παραμόρφωση της περιοχής και οίδημα.

Πάντα , το επόμενο βήμα θα πρέπει να είναι η ακτινογράφηση της περιοχής και ο χαρακτηρισμός του κατάγματος. Κατά κανόνα , τα κατάγματα αυτά αντιμετωπίζονται συντηρητικά , δηλαδή με άμεση ανάταξη υπό τοπική ανιασθησία  και με την τοποθέτηση γύψου από τον αγκώνα έως τα δάκτυλα.

Σε κάποιες περιπτώσεις , γίνεται χειρουργική επέμβαση και κυρίως σε κατάγματα όπου συμμετέχει η άρθρωση.

Το καταγματικό χέρι παραμένει στον γύψινο νάρθηκα για μερικές εβδομάδες και μετά ακολουθείται ένα πρόγραμμα αποκατάστασης.

Κάτω Άκρο

Με τον όρο κάτω άκρο , ανατομικά αναφερόμαστε σε μια περιοχή που ξεκινά από την περιοχή του ισχίου ( άρθρωση ) , περιλαμβάνει τον μηρό , το γόνατο με τα συνδεσμικά του στοιχεία , την ποδοκνημική άρθρωση και καταλήγει στον άκρο πόδα με τα δάκτυλα.

Όπως και στο άνω άκρω , οι παθολογικές καταστάσεις που συναντάμε είναι χρονίες και οξείες.

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΕΞΩ – ΕΣΩ ΣΦΥΡΟΥ

Με το όρο σφυρό εννοούμε την περιοχή του τελικού τμήματος της περόνης όσον αφορά το έξω και την περιοχή του τελικού τμήματος της κνήμης που αγκαλιάζει τον αστράγαλο , όσον αφορά το έσω.

Γενικά , τα κατάγματα σφυρών απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στο χειρισμό τους. Πολύ γρήγορα παρουσιάζουν οίδημα και εαν δεν γίνουν άμεσα κάποιες σημαντικές ενέργειες από την πλευρά του ιατρού , εμφανίζουν φυσαλίδες στο δέρμα ακριβώς στην  περιοχή του κατάγματος κάνοντας έτσι την χειρουργική επέμβαση περιπετειώδη και επισφαλή.

Μεμονωμένα έχουμε κάταγμα έξω σφυρού , έσω σφυρού και αμφισφύρια κατάγματα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι σχεδόν πάντοτε συνυπάρχουν και συνδεσμικές βλάβες που θα πρέπει πέρα από τα οστά να ληφθούν σοβαρά υπ΄όψιν στη χειρουργική αντιμετώπιση αυτών των καταγμάτων.

Σπάνια η αντιμετώπισή τους είναι συντηρητική , με τοποθέτηση δηλαδή γύψου ή νάρθηκα και σχεδόν πάντοτε η ανατομική ανάταξη  επιτυγχάνεται μόνο χειρουργικά. Απαιτείται άριστη ανάταξη κα εσωτερικήι οστεοσύνθεση με πλάκα και κοχλίες.

Οι συχνότερες επιπλοκές που εμφανίζονται σ’αυτά τα κατάγματα είναι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως : φυσσαλίδες, νέκρωση δέρματος, ατελής ανάταξη, απώλεια ανάταξης, αστάθεια, δυσκαμψία με περιορισμό κίνησης της ποδοκνημικής άρθρωσης, μετατραυματική αρθρίτιδα, χρόνιο οίδημα, φλεγμονή, φλεβοθρόμβωση του κάτω άκρου.

Τα κατάγματα της κνήμης αφορούν από κεντρικά πρός την περιφέρεια :

  • κατάγματα κνημιαίου plateau
  • κατάγματα διάφυσης
  • κατάγματα κάτω 1/3 κνήμης ( pilon )

Τα κατάγματα κνημιαίου plateau , είναι ενδαρθρικά κατάγματα δηλαδή αφορούν τμήμα της άρθρωσης. Κατά συνέπεια η αντιμετώπιση τους θα πρέπει να είναι  άριστη ώστε η άρθρωση να μην υποστεί βλάβη. Σκοπός της θεραπείας είναι η εξασφάλιση της ομαλότητας της άρθρωσης μέσα από μια σταθερή οστεοσύνθεση. Οποιαδήποτε διαταραχή στην ομαλότητα της άρθρωσης , δύναται να δημιουργήσει μετατραυματική αρθρίτδα με σοβαρά επακόλουθα στην καθημερινότητα του ασθενούς. Είναι απαιτητικά στην αντιμετώπισή τους αλλά έπειτα από άρτια τεχνική εξασφαλίζουν στον ασθενή σταθερότητα και επιστροφή στις δραστηριότητες.

Τα κατάγματα της περιοχής του μηριαίου αφορούν κατά τη διάφυση και το κάτω 1/3 του οστού. Έτσι, έχουμε κατάγματα διάφυσης και τα υπερκονδύλια. Τα διαφυσιακά λαμβάνουν χώρα στο μακρό αυλοειδές τμήμα τους , ενώ τα υπερκονδύλια στην περιοχή του γόνατος και άνωθεν αυτού.

Είναι βαριές κακώσεις , με μεγάλες απώλειες αίματος και πολύ σπάνια αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Συμβαίνουν έπειτα από μεγάλης ενέργειας κακώσεις και είναι συχνότερα στους μη ηλικιωμένους.

Κλινικά , παρουσιάζουν εικόνα μεγάλου οιδήματος του μηρού, λόγω της μεγάλης ποσότητας αίματος που έχει εξαγγειωθεί γύρω από το οστούν , βράχυνση του μέλους , έντονο πόνο σε κάθε κίνηση είτε ενεργητική είτε παθητική και αδυναμία βάδισης.

Έπειτα από τη διακομιδή σε ορθοπαιδική κλινική και γενική εκτίμηση του ασθενούς, έπεται ο ακτινογραφικός έλεγχος ο οποίος θα αποκαλύψει την προσωπικότητα του κατάγματος.

Η αντιμετώπιση του κατάγματος , είναι χειρουργική όπως έχει προαναφερθεί. Γίνεται εσωτερική οστεοσύνθεση χρησιμοποιώντας πλάκα με κοχλίες ή τοποθετείται μεταλλική ράβδος εντός του οστού, μέσα από μικρή τομή στο δέρμα πραγματοποιώντας αυτό που λέμε ενδομυελική ήλωση.

Ο ασθενής εξέρχεται με οδηγίες σχετικά με τη φόρτιση του μέλους και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ( αντιπηκτικά και παυσίπονα ).

Κατάγματα Περιοχής Ισχίου

Το διατροχαντήριο κάταγμα είναι το πιό συχνό κάταγμα που συμβαίνει στους ηλικιωμένους έπειτα από πτώση απο το ύψος τους.

Ανατομικά , μιλάμε για την περιοχή του ισχίου και συγκεκριμένα για την περιοχή μεταξύ κεφαλής του μηριαίου και διάφυσης.

Είναι μια βαρειά κάκωση και συμβαίνει συνήθως στους ηλικιωμένους λόγω οστεοπόρωσης.

Κλινικά ο ασθενής έπειτα από την πτώση αδυνατεί να ορθοστατήσει και να βαδίσει και βρίσκεται στο πάτωμα συνήθως με βράχυνση ( το καταγματικό πόδι γίνεται πιό κοντό ) και έξω στροφή ( το πόδι στρίβει πρός τα έξω ). Οποιαδήποτε κίνηση επιφέρει δυσβάστακτο πόνο και έτσι ο άρρωστος παραμένει ακίνητος..

Η διάγνωση από έναν έμπειρο ορθοπαιδικό είναι κλινική , δηλαδή ο πόνος στην περιοχή του ισχίου με τη σχετική παραμόρφωση στο κάτω άκρο που επιφέρει το κάταγμα αλλά και η δυσκολία οποιασδήποτε κίνησης του κάτω άκρου από τη μεριά του ασθενούς ή του ιατρού , θέτουν την υποψία του κατάγματος.

Η μεταφορά του ασθενούς σε ορθοπαιδική κλινική είναι επιτακτική. Ο ορθός ακτινογραφικός έλεγχος θα επιβεβαιώσει το κάταγμα και ο ιατρός θα το ταξινομήσει. Η ταξινόμηση του κατάγματος , δηλαδή πόσα καταγματικά τεμάχια και σε ποιά ακριβώς ανατομική περιοχή έχει γίνει το κάταγμα , θα καθορίσει και τη θεραπεία.

Η θεραπεία του είναι σχεδόν πάντα χειρουργική και γίνεται εσωτερική οστεοσύνθεση , δηλαδή τοποθετούνται εμφυτεύματα ανάλογα με τη μορφολογία του κατάγματος και την επιλογή του ιατρού.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι πλάκα με βίδες ( ολισθαίνων ήλος ) και ενδομυελικός ήλος..

Ολισθαίνων ήλος D.H.S Richard’s

Ενδομυελικός ήλος

Έπειτα από προεγχειρητικό έλεγχο και μέριμνα για 2-3 μονάδες αίματος , ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο και υπό ραχιαία ή γενική αναισθησία πραγματοποιείται η επέμβαση.

Υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο γίνεται ανάταξη του κατάγματος και στη συνέχεια εσωτερική οστεοσύνθεση. Στην περίπτωση που γίνει ενδομυελική ήλωση , γίνονται 3 μικρές τομές και τοποθετούνται τα εμφυτεύματα.. Η απώλεια του αίματος διεγχειρητικά είναι μικρή και ο χειρουργικός χρόνος πολύ σύντομος.

Μετά τη χειρουργική σταθεροποίηση του κατάγματος , ο ασθενής την επόμενη ημέρα κάθεται στο κρεβάτι του και τη μεθεπόμενη κάνει με τη βοήθεια του φυσιοθεραπευτή τα πρώτα του βήματα.

Παραμένει στην κλινική 4-5 ημέρες και εξέρχεται με οδηγίες κινησιολογικές και φαρμακευτικές ( αντιπηκτικές ενέσεις , παυσίπονα ).

Όλοι οι ασθενείς , πλην ελαχίστων εξαιρέσεων , πρέπει να χειρουργούνται. Έτσι, ο ασθενής βαδίζει ξανά όπως και πριν και αποφεύγει τις επιπλοκές του κλινοστατισμού που ελοχεύουν από την πρώτη ημέρα και είναι : λοίμωξη αναπνευστικού , φλεβική θρόμβωση από τα κάτω άκρα , κατακλίσεις , πνευμονική εμβολή.

Xειρουργική αντένδειξη αποτελεί ο νεοπλασματικός ασθενής τελικού σταδίου , ασθενής με τελικού σταδίου καρδιακή ανεπάρκεια και γενικά ασθενής με ενεργό λοίμωξη.

Το υποκεφαλικό κάταγμα του μηριαίου είναι ένα από τα συχνότερα κατάγματα των ηλικιωμένων και αφορά την περιοχή του ισχίου. Συμβαίνει και σε νέους ασθενείς συνήθως έπειτα από υψηλής ενέργειας κάκωση , όπως είναι τα τροχαία ατυχήματα. Πιο συγκεκριμένα , συμβαίνει κάτω από την κεφαλή και γι’ αυτό και λέγεται υποκεφαλικό.

Συμβαίνει έπειτα από πτώση από το ύψος του ασθενούς και καθιστά τον ασθενή ακινητοποιημένο στο έδαφος. Κάθε κίνηση του κάτω άκρου είναι επώδυνη με επικέντρωση του πόνου στην περιοχή του ισχίου.

Ο ιατρός έπειτα από κλινική εξέταση και υποψία για κάταγμα , θα πρέπει να οδηγήσει τον ασθενή σε ορθοπαιδική κλινική για ακτινογραφικό έλεγχο.

Η διάγνωση , η ακτινογραφική ταξινόμηση του κατάγματος αλλά και η ηλικία του ασθενούς θα καθορίσουν τη θεραπεία που είναι σχεδόν πάντα χειρουργική.

Η ανατομική θέση του κατάγματος ( ενδοθυλακικό κάταγμα – κάταγμα που περιβάλεται από αρθρικό υγρό ) , αλλά και η ιδιαιτερότητα της αιμάτωσης της κεφαλής , κάνουν την πώρωση του κατάγματος αβέβαιη και έτσι η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απόλυτη. Αυτό σημαίνει ότι η κεφαλή βρίσκεται σε κίνδυνο νέκρωσης και σχεδόν πάντα γίνεται αντικατάστασή της με μεταλική.

Σε νέους ασθενείς , όπου η αντικατάσταση της κεφαλής με τεχνητή μεταλλική δεν είναι ποτέ επιθυμητή λόγω μελλοντικών επιπλοκών , γίνεται προσπάθεια ανάταξης και σταθεροποίησης με 3 κοχλίες. Λόγω παρεκτόπισης της κεφαλής και πιθανής καταστροφής της αιμάτωσης , παρά τη θεραπεία με τους κοχλίες , ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για 2 έτη ανά τακτά χρονικά διαστήματα για πιθανή νέκρωση και κατάρρευση της κεφαλής.

Σε ηλικιωμένους ασθενείς , σπάνια γίνεται σταθεροποίηση με τους συγκεκριμένους κοχλίες και γίνεται μια άλλη επέμβαση που λέγεται αρθροπλαστική ( ημιολική / ολική αρθροπλαστική )..

Σε αυτήν την επέμβαση , αφαιρείται η καταγματική κεφαλή και τοποθετείται εμφύτευμα στο μηριαίο με μεταλλική κεφαλή στην άκρη του η οποία με την κοτύλη θα δημιουργήσει νέα άρθρωση.

Ημιολική αρθροπλαστική ισχίου

Είναι μια επέμβαση όπου απαιτούνται 3 μονάδες αίματος. Γίνεται με ραχιαία ή γενική αναισθησία και έχει χειρουργικό χρόνο περίπου 1 ώρα και μισή.

Την επομένη ημέρα ο ασθενής κάθεται στο κρεβάτι του και τη μεθεπόμενν βηματίζει με τη βοήθεια του φυσιοθεραπευτή. Παραμένει στην κλινική 5 ημέρες και κατόπιν εξέρχεται με οδηγίες.

Λόγω της ιδιαιτερότητας της επέμβασης , τις πρώτες εβδομάδες θα πρέπει να αποφεύγονται οι ακραίες κινήσεις του ισχίου για αποτροπή εξαρθρήματος. Τοποθετείται ανυψωτικό λεκάνης και το κρεβάτι ρυθμίζεται σε μεγαλύτερο ύψος. Ο ασθενής βαδίζει δίχως φόβο και ακολουθεί αντιπηκτική αφωγή για 3ο ημέρες.

Back To Top